ἐπανθήσῃ

ἐπανθήσηι , ἐπάνθησις
flowering
fem dat sg (epic)
ἐπανατίθημι
lay upon
fut ind mid 2nd sg
ἐπανθέω
bloom
aor subj mid 2nd sg
ἐπανθέω
bloom
aor subj act 3rd sg
ἐπανθέω
bloom
fut ind mid 2nd sg
ἐπανθέω
bloom
aor subj mid 2nd sg
ἐπανθέω
bloom
aor subj act 3rd sg
ἐπανθέω
bloom
fut ind mid 2nd sg
ἐπᾱνθήσῃ , ἐπανθέω
bloom
futperf ind mp 2nd sg (doric aeolic)
ἐπᾱνθήσῃ , ἐπανθέω
bloom
futperf ind mid 2nd sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επάνθηση — η (Α ἐπάνθησις) [επανθώ] άνθηση νεοελλ. 1. (ορυκτ.) ο σχηματισμός επανθημάτων (ή επανθισμάτων) 2. (ορυκτ.) τα ίδια τα επανθήματα …   Dictionary of Greek

  • εξάνθηση — Η αποβολή νερού από ορισμένους ένυδρους κρυστάλλους, όταν εκτεθούν στον αέρα, και ο σχηματισμός σκόνης πάνω στην επιφάνειά τους. Η ε. ενός ένυδρου κρυσταλλικού άλατος συντελείται, όταν στη συνηθισμένη θερμοκρασία η τάση των ατμών του νερού στον… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.